Ενημέρωση

H ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΗΝ “ΚΛΙΜΑΚΑ” ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΙΝΔΙΚΑ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΑ.

H ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΗΝ "ΚΛΙΜΑΚΑ"

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΑ ΙΝΔΙΚΑ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΑ.

ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ & ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΩΝ[1]

 

του Δρ. Εμμανουήλ Κ. Δουνδουλάκη

Επικούρου καθηγητού Π.Α.Ε.Α.Κ.

 

Πανοσιολογιότατε και αγαπητέ μου, π. Εμμανουήλ,
      Σεβαστοί πατέρες,
      Ευλαβείς χριστιανοί.

Με χαρά αποδέχτηκα την τιμητική προς το πρόσωπό μου πρόσκληση του πατρός Εμμανουήλ, προκειμένου να βρίσκομαι σήμερα εδώ και να μοιραστώ κάποιες σκέψεις μαζί σας. Με αφορμή την παρούσα ομιλία, μου ζητήθηκε να ασχοληθώ με το θέμα της προσευχής και να το συγκρίνω με το διαλογισμό και τη γιόγκα, καταδεικνύοντας τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους. Σε αυτό το πλαίσιο πρόκειται να κινηθώ, αφού πρωτίστως σημειώσω κάποια πράγματα για το βιβλίο της "Κλίμακος", το οποίο θα αποτελέσει τη βάση των αναφορών μου για την προσευχή.
   Σήμερα, Δ΄ Κυριακή των Νηστειών, η Εκκλησία μας τιμά τον Όσιο Ιωάννη το Σινατη, συγγραφέα της Κλίμακος. Ο τίτλος του έργου "Κλίμαξ", μας παραπέμπει στο όραμα του Ιακώβ στην Παλαιά Διαθήκη, ενώ ο αριθμός των κεφαλαίων του σε 30, συνδέεται εμμέσως με τα χρόνια της ζωής του Χριστού, σύμφωνα με κάποιους μελετητές. Αποδέκτης του κειμένου είναι ο Ιωάννης ηγούμενος Ραϊθούς. Στο εν λόγω έργο περιλαμβάνεται διαβαθμισμένη η πνευματική άσκηση, αρχής γενομένης από το πρώτο στάδιο της μοναχικής ζωής, την αναχώρηση από τον κόσμο. Ακολούθως περιγράφονται οι αγώνες του ασκητή, οι αρετές και οι κακίες, όπως επί παραδείγματι, η λύπη, η υπακοή, η μετάνοια, η μνήμη θανάτου, το καθάρσιο πένθος, η αοργησία, η μνησικακία, η καταλαλιά, η σιωπή, κ.ά. και σημειώνονται όσα αφορούν την εν αγάπη τελείωση, όπως η ησυχία, η εσωτερική προσευχή. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανταπόκριση που βρήκε το συγκεκριμένο έργο στις τάξεις των μοναχών, στο πέρασμα των αιώνων, επέδρασε καθοριστικά προκειμένου η "Κλίμακα" να εμπνεύσει την ορθόδοξη Εικονογραφία, να ιστορηθεί στις τράπεζες των Μονών, και το έργο να τύχει μεταφράσεων, σε πολλές γλώσσες, καθώς επίσης και ερμηνευτικών σχολίων, από Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς.

Ο όσιος Νείλος ο ασκητής, προκειμένου να καταδείξει τη σημασία της προσευχής στο πεδίο της θεολογίας, σημειώνει μία φράση η οποία αποδίδεται, συνήθως, στον Ευάγριο Φωτικής, και έχει ως εξής: "ει προσεύχη αληθώς, θεολόγος ει."[2] Δηλαδή, εάν προσεύχεσαι αληθινά, τότε είσαι πραγματικός θεολόγος και ο Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης συνήθιζε να λέει "δείξε μου πως προσεύχεσαι, να σου πω τι χριστιανός είσαι". Κατανοούμε από τα παραπάνω τη σπουδαιότητα της προσευχής στη ζωή μας, γι αυτό και κρίνεται σκόπιμο να δούμε πως παρουσιάζεται στην "Κλίμακα" του Αγίου Ιωάννου, αλλά και ποιά προβλήματα δημιουργούνται όταν η προσευχή του Χριστιανισμού συγχέεται ή ταυτίζεται με το διαλογισμό και τη γιόγκα, των Ινδικών Θρησκευμάτων.

Ο Όσιος Ιωάννης, αναφέρεται εκτενώς σε δύο σημεία του έργου του για την προσευχή. Αυτά είναι ο 28ος Λόγος, ο οποίος φέρει τον τίτλο "Περί προσευχής",[3] καθώς επίσης και ο 18ος Λόγος, ο οποίος τιτλοφορείται "Περί ύπνου και προσευχής"[4]. Οφείλουμε βέβαια να σημειώσουμε ότι και σε άλλα σημεία του εν λόγω έργου μνημονεύεται η προσευχή, χωρίς όμως να γίνεται εκτενής αναφορά.

Ο όσιος χαρακτηρίζει την προσευχή ως "συνουσία και ένωση του ανθρώπου με το Θεό",[5] ως "ραβδί",[6] που κρατούν οι άνθρωποι. Όποιος στηρίζεται σε αυτήν, δεν πρόκειται να σκοντάψει, ή ακόμη κι εάν σκοντάψει στην πορεία του, εκείνη θα τον προφυλάξει από το να πέσει.

Οι αναφορές της Κλίμακος στην προσευχή, δεν περιορίζονται σε ένα μόνο πεδίο ή είδος, αλλά μνημονεύονται τα διάφορα είδη της, ατομική, ομαδική, μονολογική, κ.ά., ενώ παράλληλα καταδεικνύονται οι διαφοροποιήσεις, οι διαβαθμίσεις, οι προϋποθέσεις και οι "κανόνες" που διέπουν την καθεμία από αυτές.

Ο ιερός πατήρ υπογραμμίζει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να προσεύχονται ομαδικά -να έχουν δηλαδή "κοινή λατρεία",όμως σε ορισμένους ανθρώπους αρμόζει περισσότερο η "κατά μόνας" προσευχή.

Ο άγιος υπογραμμίζει ότι, όταν προσευχόμαστε μαζί με άλλους, δεν χρειάζεται να είμαστε επιδεικτικοί στο πόσο καλοί είμαστε ως προσευχόμενοι, π.χ. να προβάλλουμε στους άλλους τις εδαφιαίες μετάνοιες που κάνουμε, τους πομπώδεις σταυρούς μας, κ.ά. Αυτό το κάνουμε μόνο στην κατ΄ ιδίαν δέηση.

Στο κείμενο της Κλίμακας παρέχονται διαβαθμίσεις της προσευχής, προκειμένου να ελεγχθεί η ορθότητα και καθαρότητα της στάσης μας προς το Θεό, ως προς τον τρόπο αυτό της επικοινωνίας. Χρησιμοποιούνται οι όροι "ρύπος, αφανισμός, κλοπή και μώμος", προκειμένου να προσδιοριστεί η στάση μας κατά την ώρα της προσευχής. Όταν ο άνθρωπος έχει αισχρές σκέψεις την ώρα της δεήσεως, τότε γίνεται λόγος για "ρύπο". Όταν οι βιοτικές μέριμνες αιχμαλωτίζουν τη σκέψη μας, αντί να τη στρέψουν με προς το Θεό, τότε έχουμε τον "αφανισμό", ενώ όταν ονειροπολούμε, γίνεται λόγος για "κλοπή". Ως "μώμος", τέλος, δηλαδή ως κατηγορία, χαρακτηρίζεται κάθε πειρασμός που έρχεται και μας προσβάλει κατά την επικοινωνία μας με το Θεό[7].

Κάποια από τα βασικά ερωτήματα που μας απασχολούν και συνδέονται, μεταξύ των άλλων, με την προσευχή είναι ο τρόπος και το φρόνημά μας, κατά την ώρα εκείνη, ο χρόνος και η διάρκεια, το ύφος και το περιεχόμενό της προσευχής. Ως προς το χρόνο της προσευχής, η έγερση και η κατάκλιση, η τράπεζα,[8] αποτελούν, εκτός από τη λατρεία, κατάλληλες στιγμές για προσευχή. Ο όσιος μολονότι προτρέπει τον άνθρωπο σε αδιάλειπτο δέηση,[9] εντούτοις επισημαίνει ότι κατά την ώρα της προσευχής δεν θα πρέπει να ασκείται κάποιο άλλο έργο, διότι στην περίπτωση αυτή, ο προσευχόμενος εμπαίζεται από το διάβολο[10].

Όταν ο άνθρωπος πρόκειται να προσευχηθεί, καλείται να είναι αμνησίκακος και ταπεινόφρων, σώφρων και αγνός, πιστός και μακρόθυμος, προσεκτικός και επιμελής.

Το ύφος του προσευχόμενου θα πρέπει να είναι απλό και ανεπιτήδευτο. Η έκταση της προσευχής οφείλει να είναι συνοπτική, ενώ τα αιτήματά μας είναι καλό να συνοδεύονται από δάκρυα μετανοίας.

Ο τρόπος, καθώς και το ύφος με τον οποίο θα πρέπει να διατυπώνονται τα αιτήματα του ανθρώπου κατά τη διάρκεια της προσευχής, δεν είναι τυχαίος ή ασαφής. Ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος μας πληροφορεί ότι κάποιοι από τους παράγοντες που διευκολύνουν ή δυσχεραίνουν την ικανοποίηση των αιτημάτων μας από το Θεό -εκτός από λόγους πνευματικούς και παιδαγωγικούς- σχετίζονται με το πως ζητούμε κάτι από Εκείνον, ακόμη και από τη διάρθρωση που έχει η προσευχή μας.

Η δέησή μας προς το Θεό, θα πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα μέρη, σύμφωνα με την Κλίμακα:

      α. την ειλικρινή ευχαριστία, για όσα μας έχει ήδη προσφέρει ο Θεός.

      β. Τη συναίσθηση της αμαρτωλότητας, η οποία διατυπώνεται με συντριβή καρδίας, και

      γ. τη διατύπωση των αιτημάτων.

Επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό να σας υπενθυμίσω ότι εάν μελετήσει κάποιος τη συντριπτική πλειοψηφία των Ευχών της θείας Λατρείας, θα διαπιστώσει ότι η διάρθρωσή τους περιλαμβάνει τη συγκεκριμένη σειρά. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στο εν λόγω έργο του ιερού πατρός, υποδεικνύεται στον προσευχόμενο ότι πρέπει να προσέχει το βαθμό της αυτομεμψίας, προκειμένου να μη βλάψει ανεπανόρθωτα τον εαυτό του.

Το περιεχόμενο της προσευχής κάποιου δεν στρέφεται μονάχα σε ζητήματα υλικά και πνευματικά, που αφορούν το συμφέρον του προσευχόμενου, αλλά θα πρέπει να εκτείνεται και στο επίπεδο του συνανθρώπου του, κάτι το οποίο αποτελεί έκφραση ελεημοσύνης και συμπόνιας για εκείνον.

Στην Κλίμακα σημειώνεται επίσης ότι θα πρέπει να αποφεύγουμε να διακόπτουμε κάποιον που βλέπουμε ότι προσεύχεται με θέρμη στο Θεό, ενώ παρέχονται και ορισμένες ενδείξεις, κριτήρια, εάν θέλετε, τα οποία δείχνουν το βαθμό της προσευχής μας, δηλαδή εάν προσευχηθήκαμε πραγματικά ή μηχανικά· πνευματικά ή σωματικά. Τα κριτήρια αυτά είναι: α. Το "πυρ της χάριτος" του Θεού, ή η "χάρις της προσευχής" -όπως ονομάζεται- η οποία κάνει τους ανθρώπους που ολοκληρώνουν την προσευχή τους να αισθάνονται σα να βγήκαν από φλογισμένο καμίνι, και συνάμα να είναι ανάλαφροι από το βάρος των αμαρτιών. β. Η αίσθηση του φωτός που τους περιβάλλει, προκαλώντας τους συστολή και συνάμα αγαλλίαση. Ο όσιος θα επισημάνει, με λόγο σαφή, ότι εκείνοι που "εξέρχονται από την προσευχή τους χωρίς να αισθάνονται καμία από τις δύο αυτές ενέργειες, αυτοί προσεύχονται όχι πνευματικά, αλλά σωματικά", ή ορθότερα, φαρισαϊκά.     

Στις παραπάνω συνοπτικές γραμμές περιγράψαμε τα κύρια σημεία της διδασκαλίας του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, περί προσευχής, όπως αυτά καταγράφονται στην Κλίμακα. Στο σημείο αυτό γεννώνται τα ερωτήματα: Ποιά σχέση μπορεί να έχει -εάν έχει- η προσευχή του Χριστιανισμού με ανάλογες πρακτικές των Ινδικών θρησκευμάτων; Είναι ορθό για κάποιον χριστιανό να προσέρχεται στον ιερό ναό για προσευχή και λίγο αργότερα να προβαίνει σε πρακτικές Γιόγκα; Πόσο ορθό είναι να χρησιμοποιείται η μονολογική ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", ως "μάντρα", δηλαδή ως επαναλαμβανόμενη τελετουργική φράση αυτοσυγκέντρωσης στο διαλογισμό; Στα ερωτήματα αυτά θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε συνοπτικά, καταδεικνύοντας τις παρερμηνείες και οριοθετώντας τα πράγματα.

Στα Ινδικά Θρησκεύματα, Ινδουισμό, Βουδισμό, αλλά και σε άλλα παρεμφερή φιλοσοφικά συστήματα, που διαπιστώνονται στα γεωγραφικά διαμερίσματα της Άπω Ανατολής, λαμβάνουν χώρα συγκεκριμένες τεχνικές, με θρησκευτικό υπόβαθρο, οι οποίες, όταν εμφανίζονται σε Δυτικές κοινωνίες, όπως η δική μας, προβάλλονται είτε σκόπιμα, είτε λόγω άγνοιας, από τους ιθύνοντες, ως μέθοδοι χαλάρωσης του σώματος και αυτοσυγκέντρωσης. Δεν είναι επίσης λίγες οι φορές που τις ταυτίζουν, όσοι δεν γνωρίζουν τα πράγματα, με τη δική μας προσευχή ή τη νοερά ευχή των Ησυχαστών. Στις τεχνικές αυτές και μεθόδους εντάσσονται η γιόγκα και ο διαλογισμός.

Η γιόγκα -της οποίας ο όρος δηλώνει τη ζεύξη, τη σύνδεση και την ένωση- λειτουργεί τόσο ως φιλοσοφική κατεύθυνση, ως σύστημα, κυρίως στην Ινδία,[11] όσο και ως πρακτική αυτοκυριαρχία και αυτοβύθισης του ατόμου, μέσω οκτώ σταδίων[12] (σωματικών και πνευματικών ασκήσεων)[13]. Στη συνείδηση των ανθρώπων της κοινωνίας μας η γιόγκα έχει περάσει ως διαδικασία και μέθοδος που συμβάλλει στην υγεία και την ευεξία του σώματος,[14] για αυτό και συγκεκριμένες πρακτικές της υιοθετούνται από αλυσίδες γυμναστηρίων. Η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Ο απώτερος σκοπός της γιόγκα δεν σχετίζεται με τη ζωή, την υγεία και την ευεξία, αλλά είναι ένα είδος τέχνης θανάτου, εφόσον στοχεύει στην εξουδετέρωση του σώματος και της προσωπικότητας του ανθρώπου, οδηγώντας τον βαθμιαία στον βιολογικό θάνατο. Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος ενός νέου της δυτικής κοινωνίας με έναν γκουρού. Σε αυτόν, όταν ο πρώτος εκθείαζε στο δεύτερο την ευεργετική επίδραση της γιόγκα στη σωματική υγεία, ο γκουρού του απαντά με σοβαρό ύφος: "Νεαρέ φίλε, η γιόγκα είναι η τέχνη του να πεθαίνει κανείς, όχι του να ζήσει."[15] Το έσχατο ιδανικό της γιόγκα είναι η απελευθέρωση από τη μνήμη και τη λήθη, η ένωση με την υπέρτατη κοσμική συνείδηση, ο φωτισμός, δηλαδή η κατάσταση κατά την οποία, δεν αντιλαμβάνεται κάποιος τίποτα γύρω του, ούτε τον εαυτό τους, ούτε τους άλλους. Όταν κάποιος φτάσει στο στάδιο αυτό, το πολύ σε δέκα με δώδεκα ημέρες, εγκαταλείπει "τη θνητή μορφή".[16] Θα σας υπενθυμίσω ως προς το θέμα αυτό το πρόσφατο (23/2) εύρημα σε έκθεμα του μουσείου Drents της Ολλανδίας, όπου μέσα σε γλυπτό του Βούδα ανακαλύφθηκε, τυχαία, ταριχευμένος μοναχός του 12ου αιώνος, μέλος της Κινεζικής Σχολής Διαλογισμού, ο οποίος πέτυχε την ύψιστη -γι΄ αυτούς- μορφή φώτισης, μέσω αυτομουμιοποίησης, δηλαδή αργού θανάτου. Περιττό θεωρώ μετά από αυτά να σημειώσω ότι οι τεχνικές της γιόγκα δεν έχουν καμία σχέση με τις γονυκλισίες της Εκκλησίας μας, κατά τη διάρκεια της προσευχής.

Σε ό,τι αφορά το διαλογισμό, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως μέθοδος αυτοσυγκέντρωσης,[17] συνίσταται σε πνευματικές, κυρίως, ασκήσεις, υπό αυστηρή καθοδήγηση, οι οποίες στοχεύουν, μεταξύ των άλλων, στην "απελευθέρωση" του ατόμου, στην απόλυτη υπέρβαση των σκέψεων του νου, στην ένωση με τον εσωτερικό τους κόσμο[18], την αληθινή μας φύση, δηλαδή τη θεϊκότητα, καθώς λένε..

Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να υπογραμμίσουμε ότι όσοι δεν είναι υποψιασμένοι ως προς αυτά, είναι λογικό να συγχέουν τη χριστιανική προσευχή, με αντίστοιχες πρακτικές των Ασιατικών Θρησκευμάτων, και να προτρέπονται να αξιοποιούν ως προστάδιο του διαλογισμού τη μονολογική ευχή της Εκκλησίας: "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".[19]

Όμως η προσευχή, όπως παρουσιάσαμε μέσα από την Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, αλλά και γνωρίζουμε από τη Λατρευτική πράξη και διδασκαλία της Εκκλησίας, δεν είναι κάτι μηχανικό και τεχνικό, ούτε αποτελεί προϊόν ενός συστήματος διδασκαλίας, που αναφέρεται σε κάτι το αφηρημένο. Η χριστιανική προσευχή προϋποθέτει τη διάκριση μεταξύ εκείνου που προσεύχεται, δηλαδή του ανθρώπου, κι εκείνου που γίνεται αποδέκτης της προσευχής, δηλαδή του Θεού. Είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα και η επικοινωνία μας μαζί Του επιτυγχάνεται διότι Εκείνος, μέσω της δημιουργίας και της Θείας Ενανθρωπήσεως, μας πλησιάζει, μας αγκαλιάζει και επικοινωνεί μαζί μας. Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει στο διαλογισμό, όπου τα δύο αυτά (πομπός και δέκτης) δεν ξεχωρίζουν και ο αποδέκτης της "δεήσεως" (εντός εισαγωγικών) δεν είναι άλλος από τον εαυτό μας.

Η προσευχή της Εκκλησίας σέβεται τον όλο άνθρωπο (σώμα και ψυχή), την προσωπικότητά του και στοχεύει μεταξύ άλλων στην θεραπεία των τραυμάτων του, στην αποκατάσταση της σωματικής του εικόνας, από το Θεό· στην ψυχική ανάταση, και εν τέλει στην σωτηρία και την κατά χάριν θέωση -μέσω των Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας. Θα σας υπενθυμίσω εκείνο που σημειώσαμε από την Κλίμακα του Ιωάννη, ότι ο άνθρωπος πρέπει να προσέξει τον τρόπο που προσεύχεται για να μη γίνει ο ίδιος επικίνδυνος για τον εαυτό του.

Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, με τις τεχνικές της γιόγκα και του διαλογισμού, δεν επιδεικνύεται σεβασμός της σωματικής εικόνας, ή σεβασμός των ψυχικών λειτουργιών μας, αλλά αντίθετα, η στάση προς το σώμα είναι εχθρική, επιδιώκεται σταδιακά η εξουδετέρωση της προσωπικότητας, η απώλεια της συνειδητότητας και, όπως οι ίδιοι οι γιόγκοι αναγνωρίζουν, εγκυμονούνται σοβαροί κίνδυνοι ψυχικής υγείας κυρίως σε άτομα με απαθή προσωπικότητα[20].

Η προσευχή της Εκκλησίας δεν δικαιολογεί εγωκεντρικότητα και τάσεις μονώσεως, από μέρους εκείνου που προσεύχεται. Είναι Χριστοκεντρική και κοινωνικοκεντρική, όπως διαπιστώσαμε και στη διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου. Περιλαμβάνει όλη την κτίση. Ο χριστιανός προσεύχεται και για το συνάνθρωπό του. Ακόμη και όταν λέει τη μονολογική ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", στη φράση αυτή περιλαμβάνεται και ο άλλος, "ως εαυτός". Όταν κάποτε ένας επισκέπτης άκουσε ένα μοναχό, στο Άγιον Όρος να προσεύχεται κατά τον τρόπο αυτόν και του ανέφερε ότι η φράση είναι εγωκεντρική και ότι δείχνει να αδιαφορεί για τους άλλους, ο μοναχός σημείωσε ότι "όταν προσεύχομαι για μένα, προσεύχομαι για όλους μας".[21] Ο κοινωνική αυτή μέριμνα και διάσταση δεν διαπιστώνεται στις τεχνικές της γιόγκα ή του διαλογισμού, όπου ο διαλογιζόμενος κινείται σε πεδίο απομόνωσης, και σταδιακά "αδιαφορεί" για όλα γύρω του, ανθρώπους και κτίση.

Ακόμη και η νοερά προσευχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά και δεν τρέπεται ποτέ σε διαλογισμό, όπως εσφαλμένα ίσως κάποιοι θεωρούν. Είναι άλλο πράγμα να επικοινωνείς με το Θεό και Σωτήρα σου, να επικαλείσαι την αγάπη και το έλεός Του και άλλο πράγμα να αρνείσαι τη θεότητα του Χριστού, να Τον θεωρείς μετεσάρκωση κάποιου άλλου, και να προσπαθείς να "ενωθείς" με τη συνείδησή του,[22] μέσω του διαλογισμού, όπως προτρέπουν ορισμένοι φιλοσοφικοί κύκλοι, ακόμη και στην Ελλάδα. Γι΄ αυτούς είναι αδιάφορο εάν στη διαδικασία του διαλογισμού χρησιμοποιείς το Χριστό, τον Κρίσνα, το Ράμα, ή άλλον. Χαρακτηριστικά σημειώνουν: "Δεν έχει σημασία αν προτιμάει κανείς τον Ιησού Χριστό ή την αναπνοή του· αρκεί να ακολουθεί τους κανόνες της τεχνικής. Τα αποτελέσματα είναι τα ίδια, γιατί προέρχονται μέσα από τον άνθρωπο και όχι έξω από αυτόν."[23] Συνειδητοποιούμε συνεπώς την εκτροπή που συντελείται, από ορισμένους, με το να θεωρείται ο Θεάνθρωπος Κύριος, ως στάδιο μιας τεχνικής διαλογισμού και τίποτα περισσότερο.

Σεβαστοί πατέρες, ευλαβείς χριστιανοί,

Θα μπορούσε κάποιος να πει πλείστα όσα σε σχέση με αυτά τα ζητήματα, όμως δεν επιθυμώ να κάνω κατάχρηση της καλοσύνης και του πολύτιμου χρόνου σας, ούτε θεωρώ πρέπον να μετατρέψω μια ομιλία Κατανυκτικού Εσπερινού της Μεγάλης Τεσσαρακοστής σε διάλεξη υπέρ του διαλογισμού και της γιόγκα. Όπως σημείωσα και στην αρχή, έκανα απλά υπακοή, διότι μου ζητήθηκε να συνδυάσω – συγκρίνω τη χριστιανική προσευχή με τις σχετικές πρακτικές των Ινδικών Θρησκευμάτων. Επιτρέψτε μου μονάχα πριν ολοκληρώσω, να σημειώσω και τα ακόλουθα.

Δεν θα πρέπει να λησμονούμε, ως χριστιανοί, ότι ο κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως φυλής, καταγωγής, φύλου, θρησκεύματος, και πεποιθήσεων, θα πρέπει να τυγχάνει της αγάπης και του σεβασμού μας, διότι είναι εικόνα του Θεού. Η θρησκευτική ελευθερία, το να πιστεύει δηλαδή κάποιος σε όποιο Θεό επιθυμεί, η άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων, είναι αναφαίρετο δικαίωμα σε όλους μας. Είναι όμως άλλο πράγμα αυτό, και άλλο πράγμα να δημιουργούμε ένα μωσαϊκό από ψηφίδες θρησκευτικών στοιχείων άλλων θρησκειών. Πολύ περισσότερο δεν είναι ορθό να συγχέουμε, επί παραδείγματι, εν γνώσει ή εν αγνοία μας, τη χριστιανική προσευχή με το διαλογισμό ή τη γιόγκα. Απαιτείται προσοχή και σύνεση από όλους μας, διότι "οι καιροί είναι πονηροί"!

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μας υπενθύμισε, μεταξύ των άλλων το Ποιός είναι ο δωρεοδότης και αποδέκτης της προσευχής, το πως πρέπει να προσευχόμαστε, αλλά και το περιεχόμενο που θα πρέπει να έχει η δέησή μας, προκειμένου να ωφεληθούμε πνευματικά και να ικανοποιηθούν τα αιτήματά μας, εφόσον βέβαια είναι προς το συμφέρον της ψυχής μας. Εύχομαι σε όλους, καλό υπόλοιπο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, και καλή Ανάσταση!


(οι παραπομπές είναι αναρτημένες σε άλλη σελίδα λόγω της μεγάλης έκτασης του κειμένου)

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button